Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ 8oν





Εδώ σιγά κοιμούνται/ των Αγίων τα λείψανα/ σιγά εδώ μη ταράξεις/ την ιεράν ανάπαυση των τεθνημένων.  Ανδρέας  Κάλβος









 Αφροδίτη Ν. Κατσαρέα-Γκαϊτατζόγλου


 Αντωνία Κατσαρέα (Νικολού)

 Μάκησ Γκαϊτατζόγλου (γιός Αφροδίτης Κατσαρέα)

Βραχνό το ψάλσιμο/ τα κεριά αχνίζουν/ του νεκροκρέβατου/ τα ξύλα τρίζουν/ αργά τα σήμαντρα και τρομερά./ Ναι, ναι  αποθάνανε/ μέσα στο σκότο/ τα κατεβάσανε,/ -ακούω τον κρότο,-/ τα κατεβάσανε/ βαθιά, βαθιά. Διονύσιος Σολωμός



 Μετάξω Νικολαρέα (Λιού)



 Παύλος Στάμος σύζυγος Κούλας Α. Πετροπουλέα

Γιατί τινάζετε/ πάνω τους χώματα;/ Μη, μη σκεπάζεται/ τα μικρά σώματα,/ που αποκοιμήθηκαν/γλυκά, γλυκκά. Διονύσιος Σολωμός


 Σταυρούλα Πετροπουλέα (Χαραλάμπαινα)

 Κούλα Α. Πετροπουλέα-Στάμου

 Αντώνης Γ. Δραγωνέας

 Παπά-Ανδρέας Πετροπουλέας

Παρασκευή Δραγωνέα (Βασιλού)

 Μαρένια Δραγωνέα (Αντωνού)
















Με λύπη εγκάρδια/ εθεωρούσε/ όλα τα μνήματα,/ και τα μετρούσε,/ με τ' αργό κίνημα της κεφαλής. Διονύσιος Σολωμός

  Βούλα Δραγωνέα (Νικολού)

Ελένη  Πετροπουλέα (παπαδιά)

 Τέλης Π. Πετροπουλέας
Εψές μου απέθανε ο βοσκός, και τέσσεροι στον ώμο/ μου τον επήραν τέσσεροι στον ύστερο το δρόμο./ Βραχνόφωνα ο καλόγερος ανάδευε τα χείλη,/ του νεκροκρέβατου συχνά ετρίζανε τα ξύλα./ Θυμούμαι που καθόμαστε αντάμα εκεί στη βρύση:/ "Ποιός από εμάς, ελέγαμε, περσότερο θα ζήσει;"/ Και λέγοντας : "Ποιός από μας περσότερο θα ζήσει;" / ' φθυς κατ΄εμάς εβούϊξε φριχτά τοιός θα ζήσει./ Τότε ο αγαπημένος μου εστέναξε απ' τα στήθη/ και τούπα: "Τι έχεις στην καρδιά;" Κι αυτός δεν αποκρίθη/ Δυστυχισμένη συντροφιά!/ Που το χαρούμεν' άνθι/ της νιότης μας της τρυφερής ολόγυρα εμαράνθη./ Ω θάνατε, λυπήσου με, λυπήσου με και φθάσε/ ένα αναστέγναμα γλυκό μου φαίνεται πως θάσαι./ Μούπανε πως μεσάνυχτα τον βάζουνε στο μνήμα,/ κι εξέδωκα το ρούχο μου για το στερνό του εντύμα./ Φωνάζω σκούζω δυνατά, στον τάφο του γερμένη,/ μα δεν ακούνε τις φωνές στον τάφο οι πεθαμένοι./ Κείνοι που θα με θάψουνε, ακόμη αν μ' αγαπάνε,/ας βάλουνε τα χέρια μας νεκρά ν' αγκαλιασθούνε. Διονύσιος Σολωμός.                                                                                                         
 Διακουμής Λ. Πετροπουλέας
Σταύρος Κ. Πετροπουλέας


΄Αδη μάυρε χαιρετώ σε!/ Δεν εχάρηκε ποτέ/ μάτι ανθρώπου για τον ήλιο/ καθώς τώρα εγώ για σε.  Διονύσιος Σολωμός.


Γιαννούλα Ανδροβιτσανέα (Πετρού)

 Νίκος Π. Κατσαρέας


 Ευανθία Πετροπουλέα (Τέλενα)

 Νίκος Α. Κατσαρέας













 Του πατέρα σου σαν έλθεις,/ δε θα βρεις παρά τον τάφο/ είμαι εμπρός του και σου γράφω,/μέρα πρώτη του Μαγιού./ Θα σκορπίσουμε το Μάη/ πάνω στ' άκακα του στήθη,/ γιατί απόψε αποκοιμήθη/ εις τον ύπνο του Χριστού./ Ήταν ήσυχος κι ακίνητος/ ως την ύστερη την ώρα,/ καθώς φαίνεται και τώρα/ που τον άφησε η ψυχή./ Μόνο μια στιγμή πριν φύγει/ τ' Ουρανού κατά τα μέρη,/ αργοκίνησε το χέρι,/ ίσως για να σ' ευχηθεί.  

 Θωμάς Α. Παναγέας

 Παναγιώτα Αρκουδέα (Διακουμού)
 Πέτρος κ Γιαννούλα Ανδροβιτσανέα
 Νίκος Δ. Νικολαρέας
Και είδανε το ξόδι σου και την κεροδοσιά του/ Στη θύρα την ολόχρυση της Παντοδυναμίας,/ πνεύματα μύρια παλαιά, πνεύματα μύρια νέα,/ σ' εκαρτερούν για να σου πουν πως άργησες να φτάσεις.  Διονύσιος  Σολωμός
Μετάξω Ν. Κατσαρέα, παπα-Παναγιώτης Πετροπουλέας, Μαρίκα Κατσαρέα (Αντρεού)



 Τασία Π. Αρκουδέα




















Όνειρο κοντό για μένα νιότη, αγάπη και ζωή,/ όλα ονείρατα για στον κόσμο, ναι, κι ο θάνατος τα λυεί.                 Διονύσιος Σολωμός.











Μητροδώρα Δραγωνέα και η αδελφή της Ανδριάνα θυγατέρες Σωτ. Π. Ανδροβιτσανέα

 Σταυρούλα Α. Μωρακέα - Νικολαρέα (Πετρού)

 Ανδρέας Τζ. Πετροπουλέας και η σύζυγος του Ευγενία
Μάνα μου, σκιάζομαι πολύ/ μη πεθαμένοι βγούνε./ Σώπα παιδάκι μου οι νεκροί την πλάκα τους βαστούνε.  Διοονύσιος Σολωμός


 Πότα Πετροπουλέα (Νικολού)

 Σταυρούλα Νικολαρέα (Γιώργαινα)

 Βασιλική Αρκουδέα (Παπαδιά)

Διονύσης Κ. Πετροπουλέας
Τριγύρω νεκεολούλουδα η κόρη του φυτεύει και με θερμά της δάκρυα το κρύον βρέχει χώμα.  Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής

 Σταυρούλα Πετροπουλέα (Διονύσαινα)

Σαράντος Πούλου Πετροπουλέας

Σταυρούλα Πετροπουλέα (Πούλαινα)

Π'έρασα απ' αυτό το μέρος αφού πέρασε ένας χρόνος./ Είδα ένα τάφο νέο κι ένα παλαιό κοντά του,/ και γονατιστό στη μέση ένας ερημίτης μόνος/ είδα που ενώ λαλούσε σκούπιζε τα δάκρυα του. Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής.















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου