Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

ΦΩΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟ




                                                          Φως εσπερινόν
Απάνου στα κεραμίδια της της εκκλησίας ανεμίζουνται κάτι ψιλά χορτάρια.Από μέσα όμως από τον κουμπέ είναι ο Παντοκράτορας, σαν να σκύβει από τον ουρανό "επιβλέπων επί πάντας τους υιούς των ανθρώπων". Η κεφαλή Του είναι μεγαλόπρεπη με πυκνά και άφθονα μαλλιά, οπού πεφτουνε στον αριστερό ώμο Του. Το γένι Του είναι πυκνό. Η έκφραση Του είναι απλή, με ταπείνωση και με πραότητα.Έχει ωστόσο ένα θεϊκό μεγαλείο.Πλατύλαιμος, με ανοιχτό πουκάμισο, με φαρδειές πλάρες και με χέρια ανασηκωμένα, όπως πάει ο γύρος. Είναι περιτυλιγμένος μέσα σ' έναν φαρδύν μανδύα, σα να αγκλιάζει όλον τον κόσμο. "Αβυσσος ως ιμάτιον το περιβόλαιον αυτού!". Με το δεξί χέρι Του βλογά τον κόσμο, Και με τ' αριστερό Του κρατά το Βαγγέλιο, τον Νόμο του  Θεού.                     Ησυχία βασιλέύει όλη την ημέρα μέσα στον τρούλο, ακόμα και τότε που βουΐζουν έξω η θάλασσα και τα δέντρα από τον άνεμο. Διάφορα μαμούδια πετάμενα, χρυσόμυιγες, μελίσσια, φτερουγίζουνε εκεί απάνου και βουΐζουν ολόγυρα στους Προφήτες, ύστερα ανεβαίνουνε κλωθογυρίζοντας στο μεγάλο Παντοκράτορα. Μάλιστα μια σφήγκα έχει κολημένη τη χωματένια φωλιά της σε μια ζαρωματιά που σκεδιάζει το πουκάμισο Του. Ο Χριστός όλα τα δέχεται με καλωσύνη.                                           Προς το βράδι, ένα χρυσαφένιο γλυκό φως μπαίνει μέσα στον αγιασμένο πύργο, σα να τον γεμίζει με θυμίαμα. Τούτην την ιερή ώρα που βασιλεύει ο ήλιος,βουΐζει ο τελευταίος φτερωτός προσκυνητής, ένας αθώος καντηλοσβήστης. Σιμώνει με ευλάβεια στο θεϊκό πρόσωπο, προσκυνά το μέτωπο, μια χαϊδεύει το μουστάκι, μια τα άγια τα μαλλιά, ύστερα ανεσπάζεται το χέρι Του, φτερουγίζει στο Βαγγέλιο σα να μετρά τα μαργαριτάρια που το πλουμίζουνε,παίρναι βόλτα τους ώμους του Θεού, ψάχνει μέσα στις δίπλες που κάνει το φόρεμα Του. Παίρνει βόλτα πολλές φορές τον κουμπέ, οσμίζοντας το λιβάνι και το κερί που μοσκοβολά από αιώνες κολλημένο απάνου στον καπνισμένο θόλο.ώρα πολλή ακούγεται το ίσο που βαστά κείνο το αθώο μαμούδι, ο λεγόμενος χαμπαρολόγος, σα να μη θέλει να χωριστεί από τον Χριστό για να πετάξει στα βουνά, σα να λέγει με το βουρβούρισμα του: "Ως αγαπητά τα σκηνώματα Σου, Κύριε των Δυνάμεων!" Τ' άγιο κείνο φτερωτό, σα 'ναναι κανένα μικρό Σεραφείμ, αγάλλεται μέσα στην ανοιχτή αγκαλιά του Παλαιού των Ημερών, του Τρισαγίου. Κ' Εκείνος βλέπει  από πάνου με πραότητα. Το χέρι Του δεν κουράζεται ν' απλώνει σε σχήμα ευλογίας, δε σαλέυει για να διώξει τ' αθώο το πεταλούδι που βουΐζει στ' αυτιά Του, μπαινει στα μάτια Του, χααίδεύει το λαιμό Του. Κείνο πάλι ξέρει πως είναι ο πατέρας του και δεν φοβάται την αυστηρή ματιά Του,κι ολοένα μουρμουρίζει, ως που μονομιάς κόβεται το βούϊσμα, γιατί βγήκε από το στενό θυρίδι κ΄έφυγε στον αγέρα.

 Από κάτου κείνη την ώρα λέγει ο καλόγερος με φωνή ήσυχη  το ¨Φως ιλαρόν".    ....................

                                                                                                    Φώτης  Κόντογλου                                   



                                  
                                                          ΣΤΟΝ ΚΥΠΑΡΙΣΣΩΝΑ

Ο ήλιος εβασίλευε κάτω προς τ' άφταστα πέλαγα. Ανάμεσα από τους κορμούς του ελαιώνα επερνούσαν ωσάν χρυσικίτρινη ψιχάλα οι στερνές αχτίνες.  ...
... Σκύβοντας προς τη γη, χαμηλώνοντας προς τα ξερά χορτάρια το κεφάλι, εκοίταζα τ' όραμα.  ...
... Μέσα από το φανταστικό δάσο,που μόνο ψηλούς κορμούς εφάνταζε πως είχε παράξενων δέντρωνε,έβλεπα τα μακρινά ακρογιάλια και την ατέλειωτη θάλασσα κατά τη Μπαρμπαριά.  ...
... Οι κορμοί ωσάν λαμπάδες κατάφωτοι, και στο βάθος η θάλασσα με μια δύση χρυσορόδινη. ...
... Έγερνα τώρα ακόμα και το χόρτο εμύριζε και το χώμα ανάσαινε. Φαινόταν η θάλασσα γαλάζια και πράσινη, κι ένα πανάκι βαρκούλας στενό σα φτερό γλάρου. ...
... Κι έπεφταν ίσκιοι. γιατί τα δέντρα χαμηλώναν, έσκυβαν και ακείνα στη γης κι έβλεπα τα φύλλα τους, που έτρεμαν. ...

... Τα ψηλά χόρτα τώρα δεν φάνταζαν καλάμια παρά με άγγιζαν στα χέρια, σαν περπατούσα αργά για τ' ακρογιάλι. ...
... Από τη μεριά τούτη είδα να διαβαίνει η ψηλή, η ίδια κοπέλα με το χλωμό πρόσωπο. ...
... Τα μάτια εγυάλιζαν στις αχτίνες σαν στάλες δrοσιάς, που λιώνει στα πλατιά κίτρινα φύλλα. ...
... Τα μαλλιά σαν φίδια διπλωμένα στο κεφάλι, που τόγερνε στη γή, και το κορμί λεύτερο και λιανό. ...
... Έσκυψα πάλι και την είδα μισοφωτισμένη ανάμεσα στους κορμούς με τις ολόστερνες θαμπές αχτίνες. Και βαθιά η θάλασσα πάντα και τ' ακρογιάλια. ...

... Πως ετούτη την εικόνα καπου ξανά την είδα περισσότερο από ωχροπράσινη, βαθύτερα θαμπή σαν σε δάσο με πεσμένα φύλλα κίτρινα, που αυτά να φέγγανε στις στερνές αχτίνες; ...
... Και θα ήταν ο ήλιος στη δύση του, βουρκωμένα δάκρυα τα σύννεφα, γιατί και τα φύλλα είχαν στάλες δροσιάς. ...

... Κάπου στα νερά μαυρολογούσανε,  και οι στερνές εικόνες ήταν μισοφώτιστες γιατί στερνές χινοπωριάτικες αχτίνες πέφτανε στα φύλλα που ετρέμανε, ...
... Και τότες ή τώρα, την είδα  με θαμπή αναλαμπή να κρατάει κόκκινα λουλούδια στα χέρια, σαν άγριες ανεμώνες-ή να ήταν κάποια άκρη άλικου μαντηλιού,γιατί γυρίζοντας το κεφάλι το μισό κατά μένα και το μισό κατά τη δύση, είδα που ελάγγεψε μια κόκκινη γραμμή στο στόμα-στην άκρη από το στόμα. ...
...  Και άκουσα έναν ήχο σαν τσάκισμα καλαμιάς. ...
... Μου φάνη ύστερα πως αναστέναξε ή πως τα φύλλα έπεφταν. ...
Και κοιτάζοντας με στερνή βολά εχαμογέλασε, κι έφυγε γλήγορα κατά τον κυπαρισσώνα-τον κυπαρισσώνα μας.    Σπήλιος Πασαγιάννης
Πίσω από τις μακρυνές κορφές ο ήλιος βασιλεύει/ και τ' ουρανού τα σύννεφα χίλιες βαφές αλλάζουν,/πράσινες, κόκκινες, ξανθές, ολόχρυσες, γαλάζιες,/ κι ανάμεσα τους σκάει λαμπρά-λαμπρά ο αποσπερίτης.   Κώστας Κρυστάλλης
Ο ήλιος χάθη ολότελα και τα βουνά σουρπώσαν,/ θόλωσαν τ' ανοιχτά νερά κι απάνου βγήκαν τ' άστρα.    Κώστας Κρυστάλης
Στου βραδιού τη σιγή/ που το φως αργοτρέμει,/ λευκή λάμψη μια αυγή,/ θολή η μνήμη σου τρέμει.  Κώστας Χατζόπουλος


Με βισσινιά στολίστικεν/ η θάλασσα πορφύρα,/ γαλάζιους ίσκιους φόρεσαν/ τα κορφοβούνια γύρα. Μιλτιάδης Μαλακάσης

Μες στο μενεξεδένιο ουρανό/ τραινραφυλλένια σύννεφα περνάνε./ Μες στης ψυχής τις άσπρες καταχνιές/ κάτι θολά φαντάσματα περνάνε.  Ιωάννης Γρυπάρης

Είναι οι καιροί φουρτουνιασμένοι/ κι οι χρόνοι θλιβεροί./ Του Ήλιου που πέφτει τα σημάδια/ -τα χλωμά βράδια-/ τη νύχτα πιο άγρια μας / κι από τις μέρες που περνάμε. Ιωάννης Γρυπάρης

Ο ήλιος μεσ' απ' του ουρανού τα πλάτη/ μυριαναμμένος έλαμψε στη φλογισμένη δύση.   Αλέκος Φωτιάδης

Έχει η θλιμένη μου ψυχή πολύ βαθιά αγαπήσει/ κάποιον γαλάζιον ουρανό και χρυσή δύση. Αλέκος Φωτιάδης

Το φως δεν έπεφτε χλωμό, κι ήταν σα μάγια/ μελωδικά χαϊδέματα από μοιρολόι,/νοερό κι απάνεμο σαν λειτουργία τρισάγια.  Σπήλιος Πασαγιάννης

Κι ήτανε γέρμα, καταπόρφυρος/ ο Ηλιος ξεψυχούσε στο ακρογιάλι/ σε θυμιατύρι για τη δόξα του/ έβαλα κι έκαψα λιβάνι.   Σωτήρης Σκίπης

Όμως τον ήλιο ξάφνο σύννεφο/ θολό και πένθιμο σκεπάζει./Κάποιες χορδές σπαν απ' τα όργανα/ κάποιοι σε μι' άκρη ανασστενάζουν.    Σωτήρης Σκίπης

Στάλα στάλα/ στάζουν τα μαύρα σου τα μάτια τα μεγάλα./ Ο ήλιος ο ρεμβαστής στον πλάνο τους καθρέπτη πέφτει ...  Απόστολος Μελαχρινός

-Μιλάμε για παραμύθια κι αστοχήσαμε τον Ήλιο της ζωής που κρούει./
-Ο Ήλιος/ -Ο ΄Ηλιος ο κοσμογυριστής/
-Ο ξανθομάλλης./
-Ο λεβέντης./

-Της μέρας ο αφέντης/

-Ο ξορκιστής του κακού
-Φυτρώνει ο Ήλιος τραγουδώντας, όπως όλα τα δέντρα και λουλούδια μαζί και κρούει στις ψυχές το μυστυριακό τραγούδι του/

-Ήλιε χαρά Θεού/


-Φάνταξες Ήλιε κι είδαμε Θεού πρόσωπο./
-Ο Ήλιος του κόσμου Πλάστης, στηνΟμορφιά του φανερωμένος και της Ομορφιάς φανερωτής./
-Σε χαιρετούμε Ήλιε με ψηλά τα μέτωπα.   Απόστολος Μελαχρινός

Ανοίχτε διάπλατες τις θύρες,/ μέσα στην πλάση, στα ώρια δάση,/ ανοίχτε τις καρδιές ψηλώνει ο Ήλιος.   Απόστολος Μελαχρινός


Στο παραμύθι της ζωής σου/ ο απέραντος εγώ περνώ:/ Μια ρητορία χλόινη/ με κάποιον ήλιο εμφαντικό.   Απόστολος Μελαχρινός

Στάλα στάλα/ σταζουν τα μάτια σου τα μαύρα τα μεγάλα./ και είναι μια λίμνη ανειρεμένη./ Ο ήλιος στο μαγικό της τον καθρέπτη πέφτει/ κι ό,τι πεθαίνει κι ό,τι σβύνει/ για μια στιγμή το ροδοντύνει.   Απόστολος Μελαχρινός

Σημαίνει η Ωρα των Ωρών!/ Αγιάζει τις κορφές η Δύση/ κι έρημα τα ηχερά νερά/ σπερνιάζουν σε σύθρηνο ξωκλήσι: ΧΑΙΡΕ  ΝΥΜΦΗ  ΑΝΥΜΦΕΥΤΕ!   Απόστολος Μελαχρινός


-Ας είναι τ' όνειρο μου ευλογημένο!/ Αμίλητος θάρθει να με φιλήσει προς το δύσιμο./ Και θάναι η ώρα που πεθαίνω.    Απόστολος Μελαχρινός




Κι εκείνος στην ασπίδα του την καταματωμένη/ έγειρε τώρα ακίνητο το ολόμορφο κορμί,/ και τη ματιά του εκάρφωσε μακριάθε τη σβησμένη/ στον ήλιο που βασίλευε προς το βουνό αντίκρυ.     Στέφανος Δάφνης


Ο Ήλιος σαν αρχάγγελος με πανοπλιά φλογάτη/ το θρίαμβο του υψώνοντας αργά στα ουράνια πλάτη/ καιτάει την ανθισμένη μας τη γη με καλωσύνη/ μες στις ανθρώπινες ψυχές να φέρει τη γαλήνη.   Στάφανος Δάφνης

Και στο ηλιοβασίλεμα τ' αχνό,/ λίγο πριν βγεί το πρώτο αστέρι,/ πέρασε απ' το δρόμο σιγαλά/ τρυφερά κρατούμενο ένα ταίρι.   Στέφανος Δάφνης



Επνίγηκαν στο κύμα οι αχτίδες/ του παινεμένου της μέρας βασιλιά,/ κι αρχίνησαν οι μαύρες νυχτερίδες/ να φτερουγίζουν στα δέντρα τα ισκιερά.    Αμαλία Δάφνη

Πέρα σε πέλαγο ανοιχτό χάθη το φως της μέρας,/ μα χύνει λάψεις κι όνειρα του δειλινού ο αιθέρας.   Γιάννης Κλ. Ζερβός

Ομπρός βοηθάτε να σήκώσουμε τον ήλιο πάνω από υην Ελλάδα./ Ομπρός βοηθατε να σηκώσοτμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!   Άγγελος Σικελιανός

Νάτη η μεγάλη θάλασσα, και τα νησάκια πέρα,/ κι ο ήλιος που σβει στην ώρα του και σκοτιδιάζει η σφαίρα.   Γιάννης Κλ. Ζερβός

Στα όρη μαυρολογούσαν οι ελιές/ μακριά στον κάμπο ο ήλιος πάει να σβήσει.   Ν. Πετμτζάς Λαύρας



Ω θάλασσα μαγευτικιά,σμαράγδια και ζαφείρια/ κι αμέθυστος στο λιόγερμα κορώνα.  Ν. Πετμεζάς Λαύρας

Βλέπω τα περιπόθητα/ βουνά και τα χωράφια/ της γλυκεράς πατρίδος/ κεχρισμένα ακόμη από τον ήλιο.   Ανδρέας Κάλβος

Κι όμως απάνω απ' τις βροντές, τους χαλασμούς τη μπόρα,/ τον τάραχο της συννεφιάς, τα μελανά του αβύσου,/ στον ήλιο εγέλα ατάραχη, γαλήνια, λευκοφόρα/ μαζί με την ψυχή μου κι η μορφή σου.        Ν. Πετμεζάς Λαύρας
Ούτως από τον ήλιον,/ ωσάν πυρός σταλάγματα,/ πέφτουν εις την θάλασσαν/ των εικόνων και χάνονται.  Α. Κάλβος
Μπλαβιάσαν τα βουνά. φλογοβολεί/ σαν άσπρος κρίνος και στη Γη σιμώνει/ τ' αστέρι του βραδιού. Κι αλλί-/ αλί σ' αυτούς που θα νυχτώσουν μόνοι.  Κ. Καρθαίος
Του Γενάρη ηλιοβασίλεμα/ γαλανό καθάριο λάμπει,/ στολισμένο με τα χρώματα/ μιας μαγευτικής αυγής.
Στο σύννεφο το βυσινί/ θα πέσει ο ήλιος να κρυφτεί.  Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Του Κάτου Κόσμου βασιλιά μοναχογιός ο Ήλιος,/ με πλούσια ολόχρυσα μαλλιά, με γαλανά τα μάτια,/ με περιφάνια κι ομορφιά και λεβεντιά περίσσια.  Κώστας Κρυστάλης

Ήταν αλήθεια κι ήταν θάμα,/ οι πάγοι ρόδα είχαν γεμίσει./ Ο ήλιος έγερνε στη δύση/ και γύρω στάλαζε ένα κλάμα.  Κωστας  Χατζόπουλος

Το δειλινό-την ώρα αυτή θυμούνται-πλάι στη γλάστρα/ σα θα κεντάς μονάχη σου στ' άγιο παράθυρο σου,/ σα θα κεντάς τα λούλουδα, τον ουρανό με τ' άστρα/ νάμαι το καλοθύμητο στοχαστικό όνειρο σου. Λάμπρος Πορφύρας.



Βασιλεύει ο ήλιος κόκκινος σαν αίμα,/ στα βαθιά του πόντου γέρνει να κρυφτεί. Ι. Πολέμης

Στης γειτονιάς της φτωχικής,/ γυρίζει ο νούς μου , τα στενά,/ τα λυπημένα δειλινά/ στοχάζοναι της Κυριακής.  Ζαχαρίας Παπαντωνίου















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου